Πέτρος Τατσόπουλος: “Η κυρία που λυπάται” Συνέντευξη

  • 1 January 1970 - 1 January 1970 | 00.00-00.00
Πέτρος Τατσόπουλος: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Πέτρος Τατσόπουλος:

συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Πέτρος Τατσόπουλος γεννήθηκε στο Ρέθυμνο τον Δεκέμβριο του 1959. Σπούδασε οικονομικά και πολιτικές επιστήμες. Εργάστηκε ως ασκούμενος κοινωνικός λειτουργός, συν-σεναριογράφος (Οι απέναντι του Γιώργου Πανουσόπουλου, 1981, Υπόγεια διαδρομή του Απόστολου Δοξιάδη, 1983), δημοσιογράφος, σύμβουλος εκδόσεων και παρουσιαστής πολιτιστικών εκπομπών στη δημόσια και στην ιδιωτική τηλεόραση: «Πνεύμα αντιλογίας» (ΕΤ-1, 1999-2000), «Μεγάλοι Έλληνες – Ελευθέριος Βενιζέλος» (ΣΚΑΪ, 2009), «1821» (ΣΚΑΪ, 2011), «Μπρα ντε φερ» (Action 24, 2014). Μαζί με τον Κώστα Μουρσελά, τον Γιώργο Σκούρτη και τον Αντώνη Σουρούνη μετείχε στο Παιχνίδι των τεσσάρων (1998). Έχει δημοσιεύσει είκοσι βιβλία. Ανάμεσά τους: Οι ανήλικοι (1980), Το παυσίπονο (1982), Η καρδιά του κτήνους (1987 – μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ρένο Χαραλαμπίδη το 2005), Η πρώτη εμφάνιση (1994), Τιμής ένεκεν (2004), Η καλοσύνη των ξένων (2006), Νεοέλληνες (2007), Ο Σίσυφος στο μπαλκόνι (2009 – Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), Το βιβλίο για τα βιβλία (2010), Ήμουν κι εγώ εκεί (2016), Γκαγκάριν (2016). Διηγήματα και μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, τουρκικά και τσεχικά. Μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων την περίοδο 2001-2003, υπό την προεδρία του Βασίλη Βασιλικού, και βραχύβιος αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου το 2010. Τον Μάιο του 2012 εκλέχτηκε βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ. Συμμετείχε στην ελληνική κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία στο Συμβούλιο της Ευρώπης (2012-2013). Από τον Ιανουάριο του 2014 έως το τέλος της ίδιας χρονιάς, ήταν ανεξάρτητος βουλευτής. Έχει δύο παιδιά, τον Γιάννη και τη Δανάη.

Έπειτα από απουσία χρόνων, επανέρχεστε με το μυθιστόρημα

Η κυρία που λυπάται” (Εκδόσεις Μεταίχμιο).

Γιατί απείχατε από τα γνώριμα εδάφη του μυθιστορήματος; Η κυρία που λυπάται είναι το εικοστό μου βιβλίο και συμπληρώθηκαν ακριβώς τέσσερις δεκαετίες από το 1978, όταν έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, τους Ανήλικους. Πέρασαν πράγματι 14 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το Τιμής ένεκεν (2004), το τελευταίο μου μυθιστόρημα πριν από την Κυρία που λυπάται (2018). Δεν απείχα σκόπιμα από τον χώρο του μυθιστορήματος. Δεν το έκανα επίτηδες. Σε καμία περίπτωση η αποχή μου από το μυθιστόρημα δεν σήμαινε και αποχή από τη γραφή. Στην πραγματικότητα, ήταν λίγες οι μέρες, αυτά τα 14 χρόνια, που δεν έγραψα κάτι… δημοσιεύσιμο. Ανάμεσα στο Τιμής ένεκεν και στην Κυρία που λυπάται, κυκλοφόρησαν επτά βιβλία μου: οι Πικάντικες ιστορίες (2005), η Καλοσύνη των ξένων (2006), οι Νεοέλληνες (2007), Ο Σίσυφος στο μπαλκόνι (2009), Το βιβλίο για τα βιβλία (2010), το Ήμουν κι εγώ εκεί (2016) και το Γκαγκάριν (2016). Ακόμα και στα καθαρά non fiction βιβλία που έγραψα –την Καλοσύνη των ξένων και το Γκαγκάριν, εν μέρει και στην εξομολογητική αφήγηση του Ήμουν κι εγώ εκεί– χρησιμοποίησα μυθιστορηματικές τεχνικές. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι… εγκαταλείπω το μυθιστόρημα, ούτε ότι… επιστρέφω σε αυτό. Θεωρώ τόσο το fiction όσο και το non fiction αφήγημα ως τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Με ενδιαφέρουν και με απασχολούν εξίσου.

Στο μυθιστόρημά σας, ο Ισίδωρος Ζουγανέλης χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του, όταν η σύμβαση με το κανάλι Kronos δεν ανανεώνεται. Είναι ο πρώτος ή ο τελευταίος που κόβεται η εκπομπή του από την τηλεόραση;

Εξυπακούεται ότι δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Το κόψιμο της εκπομπής του «Πες το σε μένα» υποδηλώνει αφενός την αλλαγή των ηθών και την επιδείνωση των συνθηκών στην ιδιωτική τηλεόραση τα τελευταία χρόνια, αφετέρου λειτουργεί ως πρόσχημα –ως εναρκτήριο λάκτισμα, αν προτιμάτε– για να πάρει μπρος το μυθιστόρημα.
Το δύσκολο είναι όταν πληροφορείσαι το κόστος, αφότου εκφέρεις τη γνώμη σου. Σαν να σου λένε: «Κατέβα εσύ να παίξεις στο γήπεδο και θα σου πούμε μετά ποιοι είναι οι κανόνες».
Ποια είναι τα κριτήρια μιας εκπομπής στην ελληνική τηλεόραση; Όπως δηλώνει κάποια στιγμή και η κεντρική ηρωίδα στον αφηγητή: «Για όλα φταίνε οι μετρήσεις. Ζούμε σε μια δικτατορία των μετρήσεων». Η AGB, η εταιρεία μέτρησης της τηλεθέασης, είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού: αυτή καθορίζει ποιες εκπομπές θα επιβιώσουν ή θα κοπούν, καθώς και πώς θα κατανεμηθεί η –λυμφατική, έτσι κι αλλιώς– διαφημιστική πίτα. Ουσιαστικά η AGB πριμοδοτεί μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία»: εξορίζει τις αξιόλογες εκπομπές έρευνας μετά τα μαύρα μεσάνυχτα και, αργά ή γρήγορα, τις κόβει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να κατακλύζονται όλες οι τηλεοπτικές ζώνες –ιδίως η prime time ζώνη– με trash εκπομπές, κατ’ ευφημισμόν εκπομπές infotainment, εκπομπές που υποτίθεται ότι συνδυάζουν την πληροφόρηση με την ψυχαγωγία, ενώ κατά βάση διασπείρουν απλώς τη σαχλαμάρα. Μια παθογένεια που την πληρώνουμε ήδη ακριβά και που στηλιτεύεται ιδιαίτερα στην Κυρία που λυπάται· θα έλεγα ότι είναι ένας από τους μυθιστορηματικούς της πυλώνες. Αν και ο Ισίδωρος είναι μορφωμένος, ταλαντούχος και έχει συγγράψει βιβλία, είναι δύσκολο να ξαναβρεί δουλειά. Αυτό σημαίνει ότι μπαίνει στη λίστα της ανεργίας; Ναι, προφανώς. Όπως του δηλώνει και ο γραμματέας της κεντρικής ηρωίδας –ένας συνταξιούχος μεγαλοδικηγόρος–, ο Ισίδωρος Ζουγανέλης είναι ένας «μικρομεσαίος με αβέβαιο μέλλον»· η εκπομπή που κόβεται είναι η κύρια πηγή των εσόδων του. Ωστόσο, το πρόβλημά του δεν είναι απλώς οικονομικό. Αντιμετωπίζει κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο: απεχθάνεται τη δουλειά του. Βαριέται την τηλεοπτική του εκπομπή και σιχαίνεται τα βιβλία αυτοβελτίωσης που γράφει – ως προς αυτό, συγγενεύει τόσο με τον κεντρικό ήρωα/αφηγητή στο Τιμής ένεκεν, όσο και με τον κεντρικό ήρωα/αφηγητή σ’ ένα παλαιότερο μυθιστόρημά μου, την Πρώτη εμφάνιση (1994). Κατ’ επέκταση, σιχαίνεται το δημόσιο προφίλ του, την πλευρά του εαυτού του που ποζάρει ως πλασιέ ευτυχίας με αφόρητες κοινοτοπίες. Είναι ένας άνθρωπος διχασμένος και δυστυχισμένος. Ιδανικός για μυθιστορηματικός ήρωας. Όταν οι τηλεοπτικοί αστέρες, όπως ο Ισίδωρος, είναι στην ακμή τους, απαιτούν και έχουν δίπλα τους όποιον θέλουν και συνήθως είναι αυταρχικοί και όχι ευέλικτοι. Ποια δύναμη τους δίνει η τηλεόραση και πετυχαίνουν να τους παρακολουθούν οι τηλεθεατές; Για την ακρίβεια, η τηλεόραση τους δίνει μια ψευδαίσθηση δύναμης – και τους την παίρνει πάλι πίσω, όταν τους εξαφανίζει από το γυαλί. Ο ήρωάς μου, προς το τέλος του βιβλίου (όλη η πλοκή ξετυλίγεται σε διάστημα τεσσάρων μηνών, από τον Σεπτέμβριο του 2017 έως τον Ιανουάριο του 2018), μένει εμβρόντητος όταν διαπιστώνει πόσο… γρήγορα αρχίζει να τον ξεχνάει το κοινό «του». Τώρα άνεργος, ο Ισίδωρος έχει μια λύση. Να προσφέρει βοήθεια σε μια κυρία πλούσια, που κάνει φιλανθρωπικό έργο. Αποδέχεται να κάνει κάτι που δεν το ξέρει. Πείθεται μόνο για τα λεφτά ή ανακαλύπτει κάτι άλλο; Αποδέχεται να κάνει κάτι –τυπικά να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ψυχολόγος– χωρίς να γνωρίζει επακριβώς με ποιον τρόπο θα αξιοποιηθούν οι υπηρεσίες του (με άλλα λόγια, ποιανού το παιχνίδι θα παίξει). Πιστεύει ότι θα συνδυάσει το τερπνόν μετά του ωφελίμου, καθότι –εκτός από τη διόλου ευκαταφρόνητη αμοιβή του σε «μαύρα»– η φιλάνθρωπος πλούσια κυρία τού είναι ιδιαίτερα ελκυστική. Από μιαν άποψη, καλείται να δουλέψει δίπλα σ’ ένα χρόνιο σεξουαλικό του απωθημένο.
Έτσι λειτουργώ και ως συγγραφέας: αρνούμαι να γράψω μια σελίδα που εγώ ο ίδιος, ως αναγνώστης, θα βαριόμουν να διαβάσω.
Η Χριστίνα, που παρακολουθεί ο Ισίδωρος, τον γοητεύει από την πρώτη ματιά. Μπορεί o Ισίδωρος να ερωτευτεί μια γυναίκα και να κοιμηθεί μαζί της, αφού είναι σε στενή παρακολούθηση; Φοβάμαι πως εδώ μπαίνουμε στα χωράφια των spoilers· ας αφήσουμε και κάτι για ν’ ανακαλύψει ο αναγνώστης. Αυτό που μπορώ πάντως να πω είναι ότι, όπως σε όλα τα μυθιστορήματα που σέβονται τον εαυτό τους, τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν καθόλου με τον τρόπο που φαντάζεται ή ευελπιστεί ο Ισίδωρος ότι θα εξελιχθούν. Ούτε με τον τρόπο που φαντάζονται οι υπόλοιποι ήρωες, άλλωστε. Η καραμπόλα των επιθυμιών θα καθορίσει τελικά το δικό της μυθιστορηματικό δρομολόγιο. Πίσω από τη Χριστίνα πλέκουν τον ιστό και άλλα πρόσωπα. Είναι μπλεγμένα σε σκάνδαλα και σε μυστικές υποθέσεις. Αυτό το γεγονός δίνει στο μυθιστόρημα τη δημιουργική αγωνία να το διαβάσεις απνευστί; Το ελπίζω. Πάντοτε μου άρεσαν τα page turner μυθιστορήματα και πάντοτε φιλοδοξούσα να γράφω βιβλία που δεν θα βαριέται κάποιος να τα διαβάσει. Έτσι λειτουργώ και ως συγγραφέας: αρνούμαι να γράψω μια σελίδα που εγώ ο ίδιος, ως αναγνώστης, θα βαριόμουν να διαβάσω. Από εκεί κι έπειτα, η Κυρία που λυπάται φλερτάρει και με τις θεωρίες συνωμοσίας. Όλο το μυθιστόρημα μπορεί να διαβαστεί ως το κλείσιμο του ματιού πάνω σε μια θεωρία συνωμοσίας. Η πλοκή του μυθιστορήματος είναι γοητευτική. Αλήθεια, σε ποια κατηγορία θα το εντάσσατε; Είναι υβρίδιο. Συνδυάζει στοιχεία από ψυχολογικό θρίλερ, από μαύρη κωμωδία –πολύ «μαύρη» ενίοτε– και από το παραδοσιακό pulp fiction με τις «μοιραίες γυναίκες»… Όλα αυτά, με διάθεση παρωδίας εκ μέρους μου και την πρόθεση πρώτα απ’ όλα –αλλά όχι αποκλειστικά– να ψυχαγωγήσω… Αν προτιμάτε, να ψυχαγωγήσω με την ετυμολογική σημασία της λέξης: αγωγή ψυχών και τα τοιαύτα. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ο αναγνώστης οφείλει να υποφέρει διαβάζοντας ή και να περνάει απλώς δυσάρεστα. Πέρα από τα μυθιστορήματα, αρθρογραφείτε και στον ημερήσιο Τύπο. Τι σας αρέσει στην ενασχόλησή σας αυτή; Διαφορετικές ανάγκες καλύπτονται από διαφορετικά είδη γραφής. Ποτέ δεν θεώρησα τη δημοσιογραφική δουλειά κατώτερη της καθαυτό δημιουργικής – απεναντίας, συχνά αποδεικνύεται ανώτερη εκ του αποτελέσματος… Δεν είναι λίγοι οι σπουδαίοι συγγραφείς –ο Κίπλινγκ, ο Χέμινγουεϊ, ο Μέιλερ, τόσοι άλλοι– που «εκπαιδεύτηκαν» στο δημιουργικό γράψιμο από τη δημοσιογραφία (και κάποιοι άλλοι «καταστράφηκαν», δεν χωράει αμφιβολία). Φυσικά, όταν μπαίνει ζήτημα βιοπορισμού –όπως στη δική μου περίπτωση– η γοητεία της ενασχόλησης δεν είναι πάντοτε και η πρώτη προτεραιότητα. Αρκετές φορές έχετε πει τη γνώμη σας για την πολιτική κατάσταση της χώρας. Αυτό όμως δεν είχε και το ανάλογο κόστος; Από κόστος, άλλο τίποτε! Αυτό είναι και το εύκολο στην υπόθεση: αποφασίζεις ν’ αναλάβεις το κόστος ή να μην το αναλάβεις. Το δύσκολο είναι όταν πληροφορείσαι το κόστος, αφότου εκφέρεις τη γνώμη σου. Σαν να σου λένε: «Κατέβα εσύ να παίξεις στο γήπεδο και θα σου πούμε μετά ποιοι είναι οι κανόνες». Κριτική, συγγραφή μυθιστορημάτων, αλλά και σεναρίων κινηματογράφου. Ποια είναι η σχέση αυτών των δραστηριοτήτων μεταξύ τους; Υποχρεωτικά, καμία. Όλα τα είδη του πεζού λόγου μού είναι οικεία. Με λιγότερο οικείο ίσως το σενάριο – εξού και, συγκριτικά, έχω γράψει ελάχιστα σενάρια. Επειδή εκεί δεν μπορώ να έχω τον πλήρη έλεγχο για την επιτυχία ή την αποτυχία του εγχειρήματος. Ναι, δυσκολεύομαι να το παραδεχτώ, αλλά μάλλον είμαι ένα τυπικό control freak.